ανάγωγος

ανάγωγος
-η, -ο (Α ἀνάγωγος, -ον)
αυτός που δεν έχει αγωγή, καλή ανατροφή, αγενής, κακοαναθρεμμένος
νεοελλ.
(στα Μαθηματικά για κλάσματα) αυτός που δεν επιδέχεται αναγωγή
αρχ.
1. κακόγουστος, άσχημος
2. αμαθής, αμόρφωτος
3. έκλυτος, ακόλαστος
4. (για άλογα και σκύλους) ατίθασος, αδάμαστος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀν- στερ. + ἀγωγή.
ΠΑΡ. αρχ. ἀναγωγία].

Dictionary of Greek. 2013.

Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • αναγωγός — ἀναγωγός, όν (ΑΜ) [ἀνάγω] 1. αυτός που οδηγεί, που κινεί κάτι προς τα επάνω, που ανεβάζει 2. αυτός που εξυψώνει ηθικά, που μεταρσιώνει …   Dictionary of Greek

  • ἀναγωγός — bringing up masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνάγωγος — ill bred masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανάγωγος — η, ο 1. κακοαναθρεμμένος, αγενής: Είναι παίδι ανάγωγο. 2. (μαθημ.), αυτός που δεν απλοποιείται: Το κλάσμα αυτό είναι ανάγωγο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀναγωγότερον — ἀνάγωγος ill bred adverbial comp ἀνάγωγος ill bred masc acc comp sg ἀνάγωγος ill bred neut nom/voc/acc comp sg ἀναγωγός bringing up adverbial comp ἀναγωγός bringing up masc acc comp sg ἀναγωγός bringing up neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναγωγοτάτων — ἀνάγωγος ill bred fem gen superl pl ἀνάγωγος ill bred masc/neut gen superl pl ἀναγωγός bringing up fem gen superl pl ἀναγωγός bringing up masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναγωγότατον — ἀνάγωγος ill bred masc acc superl sg ἀνάγωγος ill bred neut nom/voc/acc superl sg ἀναγωγός bringing up masc acc superl sg ἀναγωγός bringing up neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναγωγόν — ἀναγωγός bringing up masc/fem acc sg ἀναγωγός bringing up neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναγωγότατοι — ἀνάγωγος ill bred masc nom/voc superl pl ἀναγωγός bringing up masc nom/voc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναγωγότατος — ἀνάγωγος ill bred masc nom superl sg ἀναγωγός bringing up masc nom superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”